Κληρονομική Οπτική Νευροπάθεια Leber (LHON)

Κληρονομική Οπτική Νευροπάθεια Leber (LHON)

Leber Hereditary Optic Neuropathy
ORPHA:104
Ορισμός

Μια σπάνια κληρονομική οπτική νευροπάθεια που χαρακτηρίζεται από ξαφνική έναρξη και ανώδυνη απώλεια της κεντρικής όρασης λόγω βλάβης του οπτικού νεύρου, το οποίο καταλήγει σε ατροφία.

Eπιδημιολογία

Ο επιπολασμός της νόσου εκτιμάται στο 1/27.000-1/54.000 άτομα στην Ευρώπη. Χαμηλότερος επιπολασμός αναφέρεται στην Αυστραλία (1/113.300) και στη Σερβία (1/526.000). Η ασθένεια επηρεάζει κυρίως τους άντρες που έχουν 4-5 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλώσουν την ασθένεια και να χάσουν την όραση τους.

Κλινική περιγραφή

Αν και οι φορείς μπορεί να παραμείνουν ασυμπτωματικοί, ενδέχεται να υπάρξουν αναγνωρίσιμες αλλαγές στην οφθαλμολογική τους εξέταση. Η κληρονομική οπτική νευροπάθεια Leber (LHON) συνήθως εκδηλώνεται κλινικά σε νεαρούς ενήλικες στην δεύτερη και τρίτη δεκαετία της ζωής τους, ενώ έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία και περιστατικά ηλικίας από 2-80 ετών.

Η νόσος διακρίνεται στην υποξεία φάση (<6 μήνες από την έναρξη) και την οξεία φάση (6-12 μήνες από την έναρξη).

Η έναρξη της ασθένειας συνήθως εκδηλώνεται με αιφνίδια, ανώδυνη απώλεια της κεντρικής όρασης, η οποία μπορεί να επηρεάσει και τους δύο οφθαλμούς ταυτόχρονα, ή διαδοχικά, με την απώλεια της όρασης στον δεύτερο οφθαλμό να συμβαίνει εβδομάδες έως και μήνες μετά τον πρώτο, κατά μέσον όρο 6 με 8 εβδομάδες. Στο 90% των ασθενών η νόσος θα έχει προσβάλει και τους δύο οφθαλμούς μέσα στον πρώτο χρόνο από την έναρξη των συμπτωμάτων στον πρώτο οφθαλμό.

Η παρουσία άλλων διαταραχών εκτός των οφθαλμών, κυρίως νευρολογικών, όπως κινητικές διαταραχές, δυστονία, τρόμος και παρεγκεφαλιδική αταξία, είναι ασυνήθιστη, όταν όμως υπάρχει, τότε μιλάμε για νόσο Leber «plus».

Αιτιολογία

Η LHON προκαλείται από μεταλλάξεις στο μιτοχονδριακό DNA (mtDNA). Πάνω από το 90% αυτών έχουν εντοπιστεί να συμβαίνουν στις νουκλεοτιδικές θέσεις 3460, 11778 ή 14484, και όλες προκαλούν ελαττώματα στα γονίδια MTND1, MT-ND4 και MT-ND6, του mtDNA που αφορούν την υπομονάδα του συμπλόκου Ι της αναπνευστικής αλύσου. Άλλοι γενετικοί ή επιγενετικοί παράγοντες μπορεί να έχουν επίδραση στην ανάπτυξη αυτής της νόσου. Επιπλέον, το γονίδιο  NDUFS2  (1q23.3) μπορεί να σχετίζεται με έναν φαινότυπο τύπου LHON.

Διαγνωστικές μέθοδοι

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό των ασθενών και της οικογένειας, πέρα από την οφθαλμολογική εξέταση και τον γενετικό έλεγχο για mtDNA. Η βασική εξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει έλεγχο οπτικής οξύτητας, αντίληψη των χρωμάτων, βυθοσκόπηση, οπτικά πεδία και οπτική τομογραφία συνοχής (OCT).  Σε όλες τις παραπάνω εξετάσεις παρατηρούνται διαταραχές όπως π.χ σοβαρή μείωση της οπτικής οξύτητας στο 1/10 ή και λιγότερο, δυσκολία στην αντίληψη των χρωμάτων, κά. Οι παραπάνω διαταραχές δεν είναι χαρακτηριστικές της συγκεκριμμένης πάθησης, αλλά συμβαίνουν και σε άλλες παρόμοιες παθήσεις και για αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητος ο γενετικός έλεγχος για να πιστοποιήσει την νόσο.

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει την οπτική νευρίτιδα, τον κλασικό τύπο αυτοσωματικής επικρατητικής οπτικής ατροφίας (DOA), το σύνδρομο Wolfram, μεταβολικές οπτικές νευροπάθειες (τοξικές, διατροφικές, και συνδυασμοί),  όγκους στο οπτικό χίασμα και πρόσθια ισχαιμική οπτική νευροπάθεια.

Δρ Αγάθη Κουρή, Διευθύντρια Οφθαλμολογικής Κλινικής, Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού»

Προγεννετική διάγνωση

Η προγεννητική παρουσία της παθογόνου παραλλαγής mtDNA για τη LHON δεν προβλέπει την εμφάνιση της νόσου, την ηλικία εκδήλωσης ή την απώλεια όρασης.

Γενετική συμβουλευτική

Δεδομένου ότι η LHON είναι μια ασθένεια που κληρονομείται από την μητέρα, οι γυναίκες φορείς θα μεταβιβάσουν τη μετάλλαξη σε όλα τα παιδιά τους, σε αντίθεση με τους πατέρες φορείς. Η γενετική συμβουλευτική συνιστάται σε αυτές τις οικογένειες. Αν και εξαιρετικά σπάνια, η κληρονομικότητα είναι αυτοσωματική υπολειπόμενη για το NDUFS2.

Διαχείριση και θεραπεία

Βοηθήματα χαμηλής όρασης είναι η κύρια υποστηρικτική φροντίδα που προσφέρεται στους ασθενείς. Είναι σημαντικό οι ασθενείς να απέχουν από το αλκοόλ, τον καπνό (του τσιγάρου και του περιβάλλοντος) και ορισμένα αντιβιοτικά που επιδρούν στη μιτοχονδριακή οξειδωτική φωσφορυλίωση.

Πολλά σκευάσματα έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα στην ανάκτηση της όρασης. Το Idebenone (ορφανό φάρμακο στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη) έχει οδηγήσει στη βελτίωση της όρασης μετά από ένα έτος, και θα πρέπει να δίνεται αμέσως στους ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα στην υποξεία και οξεία φάση της νόσου (<12 μήνες).

Αυτήν τη στιγμή, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για θεραπεία σε ασθενείς σε χρόνιο στάδιο, αλλά οι μελέτες συνεχίζονται. Πολλαπλές κλινικές δοκιμές για άλλα σκευάσματα καθώς και γονιδιακές θεραπείες βρίσκονται σε εξέλιξη.

Πρόγνωση

Η ηλικία έναρξης των συμπτωμάτων και ο τύπος της  μετάλλαξης είναι παράγοντες που καθορίζουν την έκβαση της νόσου. Οι νεότεροι ασθενείς έχουν μια πιο ευνοϊκή πρόγνωση. Μερικοί ασθενείς, ειδικά με τη μετάλλαξη 14484, παρουσιάζουν αυτόματη μερική ανάκαμψη της όρασης 1-2 χρόνια μετά την εκδήλωση της νόσου. Και ενώ η βελτίωση του οπτικού πεδίου είναι συνήθως ελλιπής, η ανάκτηση της οπτικής οξύτητας μπορεί να είναι θεαματική. Στο 30 έως 50% των αρρένων φορέων και στο 80 έως 90% των θηλέων φορέων, δεν θα προκληθεί τύφλωση. Η πλήρης τύφλωση είναι σπάνια.

Χρήσιμοι σύνδεσμοι:

Σχετικές Δημοσιεύσεις: NCBI, PubMed

Κλινικές Δοκιμές: Clinicaltrials.gov, EU Clinical Trials Register

European Reference Network: ERN – EYE

Εξειδικευμένο Ελληνικό Κέντρο:

Οργανώσεις Ασθενών: LHON society

Οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτόν τον ιστότοπο παρουσιάζονται μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς. Το υλικό δεν προορίζεται σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσει την επαγγελματική ιατρική περίθαλψη από εξειδικευμένο ειδικό και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως βάση για διάγνωση ή θεραπεία.

Πηγή: Orphanet

Reviewer: Dr. Elise MA – Dr. Alfredo SADUN  – Τελευταία ενημέρωση:  Μάρτιος 2021

Η σελίδα έχει δημιουργηθεί με τη στήριξη της Innovis